19/6/2008
Βουλευτής Ν.Δ., Θεσσαλονίκης, κ. Θεόδωρος Καράογλου
Θέμα: Αντιμετώπιση αισχροκέρδειας στην ελληνική αγορά αλιευμάτων
Προς: Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κ. Γιώργο Αλογοσκούφη και Υπουργό Ανάπτυξης, κ. Χρήστο Φώλια


Την ώρα που στις Βρυξέλλες πραγματοποιούνται κατά τη διήμερη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεγάλες και συγχρονισμένες εκδηλώσεις διαμαρτυρίας επαγγελματιών αλιέων, αλλά και κτηνοτρόφων από χώρες της Ευρώπης που πλήττονται από την ακρίβεια και την ραγδαία αύξηση των τιμών του πετρελαίου, στην χώρα μας σοβαρά κρούσματα αισχροκέρδειας παρατηρούνται στην αγορά αλιευμάτων, ζημιώνοντας τόσο τους επαγγελματίες αλιείς , όσο και τους καταναλωτές.
Σύμφωνα με καταγγελίες της Ομοσπονδίας Παράκτιων Αλιέων Κεντρικής Μακεδονίας, οι τιμές των αλιευμάτων που φτάνουν στην ελληνική αγορά είναι πολλαπλάσιες των τιμών που πωλούνται στην ιχθυόσκαλα. Οι επαγγελματίες ψαράδες Βορείου Ελλάδος αποδίδουν την ακρίβεια της αγοράς στους μεσάζοντες και εμπόρους, το κέρδος των οποίων σύμφωνα με καταγγελίες φτάνει το 1000% των τιμών.
Από την ανοδική πορεία των τιμών δεν εξαιρούνται ούτε τα "παραδοσιακά" φθηνά ψάρια, όπως ο γαύρος και η σαρδέλα, οι τιμές των οποίων στην αγορά είναι ιδιαίτερα αυξημένες σε σχέση με την τιμή που πωλούνται στην ιχθυόσκαλα. Οι καταναλωτές πληρώνουν ακόμα και 12 φορές πιο ακριβά τα αλιεύματα απ' ότι πωλούνται από τους παραγωγούς στις ιχθυόσκαλες.
Επιπλέον, τις αυξημένες τιμές των ελληνικών ψαριών και θαλασσινών στην αγορά ανταγωνίζονται οι χαμηλότερες τιμές των αντίστοιχων εισαγόμενων προϊόντων από τρίτες χώρες και από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 90% των αλιευμάτων στην εγχώρια αγορά, είναι εισαγόμενα από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τρίτες χώρες, σύμφωνα με τα στοιχεία της Πανελλήνιας Ένωσης Πλοιοκτητών Μέσης Αλιείας.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι φέτος οι τιμές στις οποίες πούλησαν οι Έλληνες αλιείς την παραγωγή τους, ήταν οι χειρότερες των τελευταίων 10 χρόνων, ενώ την ίδια στιγμή στην αγορά οι τιμές είναι υπερδιπλάσιες.
Η μεγάλη διαφορά στις τιμές των εγχώριων αλιευμάτων και των εισαγόμενων στην αγορά, έχει οδηγήσει τους επαγγελματίες αλιείς σε απόγνωση, με αποτέλεσμα να πετιούνται μεγάλες ποσότητες από τους ίδιους τους αλιείς και να μην φθάνουν στην ελληνική αγορά.
Την οικονομική κατάσταση των επαγγελματιών αλιέων δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο και το γεγονός ότι το κόστος παραγωγής έχει αυξηθεί κατά 75%, καθώς επηρεάζεται άμεσα από την ανοδική πορεία της τιμής του πετρελαίου. Μέσα σε 18 περίπου μήνες η τιμή ενός τόνου πετρελαίου για τα σκάφη των αλιέων διπλασιάστηκε, με αποτέλεσμα τα τρία τέταρτα των κερδών των παραγωγών να διατίθεται προκειμένου να καλυφθούν τα έξοδα καυσίμων.
Το οικονομικό πλήγμα που δέχονται οι επαγγελματίες παράκτιοι αλιείς της Μακεδονίας και της Θράκης, είναι ιδιαίτερα σοβαρό και βρίσκονται κάθε χρόνο και σε πιο δύσκολη οικονομική κατάσταση. Σήμερα οι επαγγελματίες παράκτιοι αλιείς φθάνουν σχεδόν τις 4000. Ωστόσο τα υπέρογκα έξοδα που αντιμετωπίζουν λόγω της αύξησης του πετρελαίου και των αλιευτικών εργαλείων προβλέπεται ότι θα οδηγήσουν εκτός επαγγέλματος το 50% των παράκτιων αλιέων.

Κατόπιν τούτων, ερωτώνται οι αρμόδιοι Υπουργοί:

- Τι μέτρα προβλέπεται να λάβει το αρμόδιο Υπουργείο Ανάπτυξης προκειμένου να σταματήσουν τα φαινόμενα αισχροκέρδειας στην ελληνική αγορά ψαρικών σε βάρος των καταναλωτών;

- Πρόκειται να λάβει μέτρα το αρμόδιο Υπουργείο Ανάπτυξης προκειμένου να είναι ανταγωνιστικές οι τιμές της εγχώριας παραγωγής αλιευμάτων σε σχέση με τα αντίστοιχα προϊόντα που εισάγονται από το εξωτερικό, ώστε να προστατευτεί η βιωσιμότητα του κλάδου των Ελλήνων παράκτιων αλιέων;

- Εξετάζει το αρμόδιο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών το ενδεχόμενο να προχωρήσει σε λήψη μέτρων στήριξης των επαγγελματιών αλιέων, όπως η μείωση της φορολογίας στα καύσιμα;

Απάντηση:

Από το 1992 και μετά, δυνάμει της Α.Δ. 16/92, οι τιμές πώλησης των πάσης φύσεως αγαθών και υπηρεσιών και στο σύνολο σχεδόν των τροφίμων και ποτών διαμορφώνονται ελεύθερα, με βάση την προσφορά, ζήτηση και τους κανόνες του υγιούς ανταγωνισμού, σε όλα τα στάδια εμπορίας τους ( βιομηχανία, βιοτεχνία, εισαγωγέας, χονδρέμπορος, λιανοπωλητής), με μόνη εξαίρεση τα οπωρολαχανικά, και τις παιδικές τροφές, των οποίων οι τιμές τελούν ακόμα υπό το καθεστώς των ελεγχόμενων ειδών.
Η απελευθέρωση των τιμών ήταν απόρροια της επιτακτικής ανάγκης εναρμόνισης της οικονομίας της ελληνικής αγοράς προς τις αντίστοιχες οικονομίες των άλλων κρατών μελών της Ε.Ε., αφ΄ ενός μεν γιατί κάτι τέτοιο επιτάσσει η συνθήκη ένταξης της χώρας μας στην Ε.Ε. και αφετέρου γιατί με την απελευθέρωση αυτή διασφαλίσθηκε η οικονομική επιβίωση των ελληνικών επιχειρήσεων απέναντι στις ανταγωνιστικές συνθήκες στην Ευρωπαϊκή και Παγκόσμια Αγορά, που είναι αισθητές αλλά και για να δοθούν κίνητρα στις επιχειρήσεις αυτές να δραστηριοποιηθούν και ανταγωνιστικά μεταξύ τους, προς όφελος των ιδίων και του καταναλωτικού κοινού.


Συνέπεια πλέον της απελευθερωμένης αγοράς οι εκάστοτε κρατούσες συνθήκες, πολλές φορές στα πλαίσια του υγιούς ανταγωνισμού, εκ των πραγμάτων επηρεάζουν τις τιμές (π.χ. με χαμηλή προσφορά- υψηλή ζήτηση  άνοδος τιμών, με υψηλή προσφορά- χαμηλή ζήτηση  μείωση τιμών).
Το γεγονός ότι οι τιμές διαμορφώνονται ελεύθερα, δε σημαίνει ότι δεν υφίσταται μηχανισμός ελέγχου αυτών, αφού σε ισχύ ευρίσκεται το ισχυρό νομικό πλαίσιο του Ν.703//77 «Περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού», όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, που εφαρμόζεται από την αρμόδια Επιτροπή Ανταγωνισμού, νόμος που θεσπίζει κανόνες περί τη λειτουργία της αγοράς μέσα από υγιείς συνθήκες ανταγωνισμού και επιβάλλει κυρώσεις σε επιχειρήσεις, που για ίδιο και μόνο οικονομικό όφελος, εφαρμόζουν αθέμιτες πρακτικές (κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, εναρμονισμένες πρακτικές τιμών, ολιγοπωλιακές ή μονοπωλιακές καταστάσεις κ.λ.π.).


Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, ο ανταγωνισμός υπαγορεύει στον καταναλωτή την ανάγκη όπως, για την προστασία του και διασφάλιση των οικονομικών του συμφερόντων, ερευνά την αγορά, για επιλογή των προϊόντων της αρεσκείας του και στις συμφέρουσες γι’ αυτόν τιμές.
Από πλευράς αρμοδιότητας της Δ/νσης Τιμών Τροφίμων και Ποτών της Γ. Γ. Εμπορίου- Γ. Γ. Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης, ισχύουν μηχανισμοί, μέσω των οποίων παρακολουθείται η διαμόρφωση και εξέλιξη των τιμών τροφίμων και ποτών κατά συνέπεια και των αλιευμάτων στην εγχώρια αγορά, όπως π.χ. Αγορανομικές Διατάξεις.


Ο αγορανομικός έλεγχος ως προς την κανονικότητα ή μη των τιμών, υπό τη στενή του έννοια, διενεργείται μόνο στις τιμές των οπωρολαχανικών και παιδικών τροφών, επειδή τα είδη αυτά, όπως προαναφέρεται, υπάγονται στην κατηγορία «των ελεγχόμενων ειδών».
Σε όλα τα υπόλοιπα είδη τροφίμων και ποτών η κανονικότητα των τιμών συνδέεται  ευθέως με το Ν.703/77 αρμοδιότητας της Επιτροπής Ανταγωνισμού.


Δεν υπάρχει βέβαια αμφιβολία ότι οι αυξήσεις διεθνώς των τιμών πετρελαίου, έχουν επιπτώσεις στις οικονομίες των Χωρών και κατ’ επέκταση και στην Χώρα μας. Αυτονόητο λοιπόν είναι ότι οι αυξήσεις αυτές επιδρούν και στην εσωτερική αγορά μέσω αυξητικού επηρεασμού τιμών και ως εκ τούτου ο παράγοντας «πετρέλαιο» ως στοιχείο επίδρασης στο κόστος που επηρεάζει και το κόστος παραγωγής των τροφίμων και ποτών δε μπορεί να παραγνωρισθεί.
Η τελική τιμή στον καταναλωτή, εν προκειμένου των εγχώριων αλιευμάτων αναμφισβήτητα εμπεριέχει στοιχεία κόστους που εξ’ αντικειμένου δεν μπορούν να παραγνωρισθούν, όπως π.χ.
-Τιμή κτήσης των αλιευμάτων, μεταφορά στο τόπο πώλησης και ενδεχόμενα έξοδα συσκευασίας, γενικά έξοδα, καθαρά έξοδα, καθαρά κέρδη, προμήθεια αντιπροσώπων, κέρδη χονδρεμπόρων, κέρδη λιανοπωλητών, Φ.Π.Α. κ.λ.π.)
Ανεξάρτητα από τα παραπάνω από 1-7-2008 θα ισχύσει η με αρ. 7/08 Αγορανομική Διάταξη σύμφωνα με την οποία για προϊόντα που δεν ελέγχονται Αγορανομικά, θεσπίζεται η υποχρέωση σε Βιομηχανίες, Βιοτεχνίες, Συνεταιριστικά εργοστάσια παραγωγών εισαγωγείς και χονδρέμπορους όπως:
Α) Αναγράφουν επί των τιμολογίων πώλησης τις εκπτώσεις ( ποσοστιαίες ή σε αξία) που χορηγούν σε πελάτες.
Β) Υποβάλλουν στο Υπουργείο Ανάπτυξης κάθε μορφής ιδιωτικές συμφωνίες που έχουν συνάψει με τους πελάτες τους αναφορικά με προωθητικές ενέργειες στα προϊόντα ( όπως εκπτώσεις με πιστωτικά σημειώματα λόγω τζίρου, στόχο τζίρου κ.λ.π., καθώς και άλλης μορφής οικονομικές παροχές.
Τέλος, στα πλαίσια διασφάλισης προστασίας του καταναλωτικού κοινού προωθείται γενική εγκύκλιος προς όλους τους εργαζομένους επαγγελματίες και τις ελεγκτικές αγορανομικές υπηρεσίες, με την οποία ζητείται η αυστηρή εφαρμογή του άρθρου 69 της Α.Δ.14/89 που αφορά στην τήρηση από τους λιανοπωλητές πινακίδων με τις επιβαλλόμενες ενδείξεις,(όπως τιμές, ποιότητα, προέλευση κ.λ.π.), τον τρόπο απεικόνισης των τιμών και άλλες ρυθμίσεις