19/12/2008
Βουλευτής ΠΑ.ΣΟ.Κ., κ. Μανόλης Στρατάκης
Θέμα: Καταγγελίες πολιτών για επιβολή καταχρηστικών όρων από την ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ
Προς: Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κ. Γεώργιο Αλογοσκούφη


Με την απόφαση 936/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά τη συλλογική αγωγή της Ε.Κ.ΠΟΙ.ΖΩ. κατά της ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ, κρίθηκε ως παράνομη και καταχρηστική η μονομερής αύξηση των ασφαλίστρων που επέβαλε η ασφαλιστική εταιρεία κατά τα έτη 2006 και 2007.
Σύμφωνα με την ίδια απόφαση η ασφαλιστική εταιρεία δεν δικαιούται να προβαίνει στο μέλλον κατά τρόπο μονομερή, παράνομο και καταχρηστικό σε αύξηση των ετήσιων ασφαλίστρων στα συμβόλαια των ασφαλισμένων. Ωστόσο, όπως καταγγέλλεται από τους ασφαλισμένους, η εταιρεία τούς αναγκάζει να υπογράψουν μια τροποποιητική πράξη προκειμένου να μπορεί να προβαίνει εκ νέου σε μονομερής και μεγάλες ετήσιες αυξήσεις , με βάση ασαφή κριτήρια.
Επειδή, όπως τονίζεται από τους καταναλωτές-ασφαλισμένους, η ασφαλιστική εταιρεία προβαίνει σε απαράδεκτες μεθοδεύσεις πίεσης, όπως η μη έκδοση αποδείξεων καταβολής ασφαλίστρων και ακύρωση συμβολαίων.
Επειδή πρόκειται για ασφαλιστήρια συμβόλαια δεκαπενταετίας και πλέον, στα οποία οι ασφαλισμένοι έχουν επενδύσει πέρα από τα χρήματά τους και τις προσδοκίες τους για ένα καλύτερο μέλλον για τους ίδιους και τα παιδιά τους,

ΕΡΩΤΑΤΑΙ
Ο κ. Υπουργός:
Ποια μέτρα προτίθεται να πάρει προκειμένου οι αρμόδιες εποπτικές αρχές να προστατέψουν ουσιαστικά τον καταναλωτή-ασφαλισμένο, ώστε η ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ να συμμορφωθεί με τις δικαστικές αποφάσεις και να μην προβαίνει σε παράνομες και καταχρηστικές μεθοδεύσεις, οι οποίες μόνο στόχο και σκοπό έχουν τη διαμόρφωση κλίματος ανασφάλειας και αβεβαιότητας και τον εξαναγκασμό των ασφαλισμένων.
 
 
Απάντηση Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, κ. Ιωάννη Παπαθανασίου
Σε απάντηση της ανωτέρου Ερώτησης του βουλευτή κ. Μ. Στρατάκη σας διαβιβάζουμε τα υπ' αριθμ. 13/9/13-1-2009 και 4/9-1-2009 έγγραφα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης αντίστοιχα που αναφέρονται στο σχετικό θέμα.
 
Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος
Σε απάντηση του εγγράφου σας με ΑΠΒ 3220/01.2009, με το οποίο μας διαβιβάστηκε η από 19.12.2008 Ερώτηση του Βουλευτού κ. Μανόλη Στρατάκη, σημειώνουμε τα εξής:
Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος από της ισχύος του Ν. 1892/1990 (άρθ. 51) δεν υπάγεται στο δημόσιο τομέα και δεν είναι δημοσίου συμφέροντος, λειτουργεί δε όπως και οι υπόλοιπες ιδιωτικές τράπεζες. Ακόμη, μετά το Ν. 2937/2001, για τον ορισμό της Διοίκησης της Εθνικής δεν εφαρμόζεται ούτε η διάταξη του άρθρου 49Α του Κανονισμού της Βουλής, δηλαδή η Επιτροπή της Βουλής (Επιτροπή Δημοσίων Επιχειρήσεων, Τραπεζών και Οργανισμών Κοινής Ωφελείας) δε διατυπώνει γνώμη για το διορισμό ή ανανέωση της θητείας του Προέδρου του Δ.Σ. και λοιπών ανωτάτων στελεχών της Τράπεζας. 
Την παρούσα Διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας εξέλεξε η Γενική Συνέλευση των μετόχων της κατά τη συνεδρίαση της 25ης Μαΐου 2007. Προηγουμένως την ίδια Διοίκηση είχε εκλέξει η Τακτική, επίσης, Γενική Συνέλευση των μετόχων της κατά τη συνεδρίαση της 18ης Μαΐου 2004.
Η μη υπαγωγή της Εθνικής Τράπεζας στο δημόσιο τομέα προκύπτει και από τις διατάξεις του νόμου 3429/2005 (ΦΕΚ 34/27.12.2005).
Κατ' ακολουθίαν ούτε και οι θυγατρικές της εταιρείες υπάγονται στον εν ευρεία ή στενή εννοία δημόσιο τομέα.
Συνεπώς τόσον η Εθνική Τράπεζα όσον και η συνδεδεμένη με αυτήν Εθνική Ασφαλιστική δεν έχουν υποχρέωση να παρέχουν πληροφορίες και στοιχεία για επιχειρηματικές τους αποφάσεις και συναφή θέματα, στο πλαίσιο πάντοτε του νόμου.
Προς πληρέστερη ωστόσο ενημέρωσή σας σημειώνουμε και τα εξής:
Η Εθνική Ασφαλιστική Εταιρεία έχει διαβιβάσει προς το Υπουργείο Ανάπτυξης - Γενική Γραμματεία Καταναλωτή και προς το Συνήγορο του Καταναλωτή την από 5.12.2008 επιστολή της με θέμα "Αναπροσαρμογές Ασφαλίστρων με ρήτρα ECU" καθώς και προς την Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης ΕΠΕΙΑ την υπό ιδία ημερομηνία επιστολή της για το ίδιο θέμα.
Αντίγραφα των εν λόγω επιστολών σας διαβιβάστε με το από 8.12.2008, με ΑΠ 800/165, έγγραφό μας με το οποίο απαντήσαμε στο έγγραφό σας με ΑΠΒ 2955/2.12.2208 επί της από 27.11.2008 Ερωτήσεως του Βουλευτή κ. Αποστ. Κακλαμάνη, που αφορούσε το το ίδιο θέμα.
Διευκρινιστικά τονίζουμε ότι οι αυξήσεις που αναφέρονται στις Ερωτήσεις των κ. Βουλευτών δεν αφορούν το επενδυτικό σκέλος των ασφαλιστηρίων συμβολαίων.
 
Διεύθυνση Εποπτείας Διαμεσολαβητών
Επί της εν θέματι ερωτήσεως, λάβετε παρακαλούμε υπόψη σας τα εξής:
Μετά την υπ' αριθμ. 46511/Β.2147/29-10-2007 (ΦΕΚ 2149/06-11-2007) Διαπιστωτική Πράξη των υπουργών Οικονομίας και ΟΙκονομικών και Ανάπτυξης, μεταφέρθηκε από το Υπουργείο Ανάπτυξης στο Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, και ειδικότερα στην Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (στο εξής ΕΠΕΙΑ), η αρμοδιότητα για τον έλεγχο και την εποπτεία των φορέων της ασφαλιστικής αγοράς.
Η ΕΠΕΙΑ ασκεί προληπτική εποπτεία τν ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιδιώκει την αποφυγή του συστημικού κινδύνου, προκειμένου για την προστασία του ασφαλισμένου, μετά από την τήρηση του ισχύοντος νομικού πλαισίου.
Για την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου ζητήματος, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
Η ΕΠΕΙΑ έλαβε την από 03-12-2008 επιστολή της ΕΚΠΟΙΖΩ, σχετικά με την υπ' αρ. 936/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" απέστειλε σχετική απαντητική από 05-12-08 επιστολή της στην ΕΠΕΙΑ. Ενόψει των επιστολών αυτών, η ΕΠΕΙΑ ανέλαβε πρωτοβουλία και επικοινώνησε με την "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ", αποστέλλοντας την υπ' αρ. πρωτ. 13945/15-12-2008 επιστολή της, με την οποία ζητούσε σχετικές διευκρινήσεις. Ακολούθησε συνάντηση με εκπρόσωπο της Διοίκησης της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ" στις 02-01-2009. Κατά τη συνάντηση αυτή, εκτέθηκαν στην επιχείρηση τα καταγγελόμενα και ζητήθηκε από εκείνην να γνωστοποιήσει στην επιχείρηση τα καταγγελόμενα και ζητήθηκε από εκείνην να γνωστοποιήσει στην ΕΠΕΙΑ εγγράφως την πρακτική της απέναντι στους ασφαλισμένους που αφορά η πιο πάνω απόφαση, καθώς και τυχόν χειρισμοί του δικτύου διαμεσολαβούντων της εταιρείας.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, που αποδειχθεί παράβαση των διατάξεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας από οποιαδήποτε ασφαλιστική επιχείρηση, η ΕΠΕΙΑ έχει την αρμοδιότητα και την πρόθεση να επιβάλλει τις προβλεπόμενες στον νόμο κυρώσεις.