Καταναλωτής, μέλος του ΚΕ.Π.ΚΑ., απώλεσε την πιστωτική του κάρτα, όταν του έκλεψαν την επαγγελματική του τσάντα. Αμέσως μόλις αντιλήφθηκε την κλοπή, δηλαδή 17 ώρες μετά, ειδοποίησε την τράπεζα  η οποία είχε εκδώσει την κάρτα. Την επόμενη μέρα, η τράπεζα του εξέδωσε νέα κάρτα και την απέστειλε, με συστημένη επιστολή. Ωστόσο, ένα μήνα αργότερα, ο Καταναλωτής ενημερώθηκε, από τον αναλυτικό λογαριασμό, ότι στο διάστημα, από την κλοπή έως τη δήλωση της απώλειας, έγιναν αγορές αξίας 1.101,44 ευρώ. Οι επιχειρήσεις, από τις οποίες έγιναν οι αγορές αυτές, δεν είχαν προβεί, σε κανένα έλεγχο ταυτότητας ή υπογραφής του κομιστή και του νόμιμου δικαιούχου της πιστωτικής. Ο Καταναλωτής, μόλις έλαβε αυτόν τον αναλυτικό λογαριασμό, έκανε δήλωση στην αστυνομία. Η Τράπεζα, εν τω μεταξύ, άρχισε να τοκίζει το συγκεκριμένο ποσό. Ο Καταναλωτής απευθύνθηκε, στο ΚΕ.Π.ΚΑ., αφού πήρε αρνητική απάντηση, από την Τράπεζα, για αντιλογισμό του ποσού, που χρεώθηκε, στην πιστωτική του. Στη συνέχεια, η Τράπεζα, βάσει της σύμβασης, που είχε συνάψει με τον Καταναλωτή, υποστήριξε ότι το διάστημα των 17 ωρών δε θεωρείται «άμεση» δήλωση απώλειας, αλλά βαριά αμέλεια. Η αλληλογραφία του ΚΕ.Π.ΚΑ., με τους αρμόδιους φορείς, διήρκεσε οχτώ μήνες, αλλά, τελικά, ο Καταναλωτής δικαιώθηκε. Η Τράπεζα του αντιλόγησε το ποσό των 1.101,44 ευρώ.