Ευρωβουλευτής Νέας Δημοκρατίας, κ. Κωνσταντίνος Πουπάκης
Θέμα: Κίνδυνος διακοπής μεγάλων οδικών έργων
Προς: Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Η συντριπτική πλειοψηφία των μεγάλων οδικών έργων στην Ελλάδα γίνεται από κατασκευαστικές εταιρείες που έχουν συμβάσεις παραχώρησης. Για τη χρηματοδότηση αυτών των έργων, σύμφωνα με το  εθνικό δίκαιο, οι διερχόμενοι οδηγοί προκαταβάλλουν στις εταιρείες υψηλά διόδια σε διάφορα τμήματα της διαδρομής ακόμα και για έργα που είτε δεν έχουν ολοκληρωθεί ή δεν έχουν καν ξεκινήσει. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τις δικαιολογημένες συστηματικές διαμαρτυρίες των πολιτών και την άρνηση της καταβολής του αντιτίμου (που σε κάποιες περιπτώσεις αγγίζει το 20% των διελεύσεων).

Σύμφωνα με δημοσιεύματα του ελληνικού Τύπου, οι τράπεζες, επικαλούμενες την αυξανόμενη άρνηση των διαμαρτυρόμενων οδηγών να καταβάλουν τα διόδια και άρα την αργή πορεία των έργων, διακόπτουν τη ροή της χρηματοδότησης στις κατασκευαστικές εταιρείες, με υπαρκτό ενδεχόμενο να διακοπούν ή να μην ξεκινήσουν καν τα έργα.

Βάσει των παραπάνω ερωτάται η Επιτροπή:

  1.  Με ποιο τρόπο ο πολίτης θα μάθει την τύχη των χρημάτων που έχουν μέχρι τώρα καταβληθεί με τη μορφή διοδίων στις κατασκευαστικές και πώς μπορεί να προστατευθεί από την προσχηματική επίκληση οικονομικών προβλημάτων από τις κατασκευαστικές εταιρείες προκειμένου να υποχωρήσουν από την υποχρέωσή τους να παραδώσουν ένα σύγχρονο και ασφαλές οδικό έργο;
  2.  Σε περίπτωση διακοπής ή αναβολής των έργων, με ποιο τρόπο προστατεύεται το δικαίωμα του πολίτη να απολαύσει τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει ήδη προπληρώσει;
Απάντηση του κ. Kallas εξ ονόματος της Επιτροπής

Το κοινοτικό δίκαιο περί τελών και διοδίων στο οδικό δίκτυο διέπεται από την οδηγία 1999/62/ΕΚ(1) (όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2006/38/ΕΚ(2)) περί επιβολής τελών στα βαρέα φορτηγά οχήματα που χρησιμοποιούν ορισμένα έργα υποδομής.

Όσον αφορά τα ερωτήματα που θέτει το αξιότιμο Μέλος του Κοινοβουλίου, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι συμβάσεις παραχώρησης μεταξύ του ελληνικού κράτους και των αναδόχων καθορίζουν τους όρους και τα ληπτέα μέτρα σε περίπτωση κατά την οποία οι όροι και οι προβλέψεις της σύμβασης παραχώρησης δεν τηρούνται από τα συμβαλλόμενα μέρη και, ως εκ τούτου, διέπονται από το εθνικό δίκαιο.