Ας μάθουμε τι τρώμε...Ήρθε η ώρα για δραστικά μέτρα!
16.04.08
Αυτό το χρονικό διάστημα, αρχίζουν οι διαβουλεύσεις, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη Δίαιτα, τη Φυσική Άσκηση και την Υγεία. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Οργάνωση Καταναλωτών (BEUC) αρχίζει μια εκστρατεία, για την καλύτερη διατροφή.
 
 
Πάρα πολλοί Ευρωπαίοι Καταναλωτές υποφέρουν, από παχυσαρκία, ως συνέπεια μιας κακής διατροφής.

Ήρθε η ώρα για δραστικά μέτρα!

Αυτό το χρονικό διάστημα, αρχίζουν οι διαβουλεύσεις, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη Δίαιτα, τη Φυσική Άσκηση και την Υγεία. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Οργάνωση Καταναλωτών (BEUC) αρχίζει μια εκστρατεία, για την καλύτερη διατροφή.

Η διατροφή είναι θέμα κάθε Καταναλωτή, ξεχωριστά. Υπάρχουν, όμως, πολλοί παράγοντες, που μπορούν να επηρεάσουν τις επιλογές μας και τις συνήθειες, που έχουμε, στην διατροφή μας. Οι Ενώσεις Καταναλωτών ζητούμε να δημιουργηθεί ένα θεσμικό πλαίσιο, το οποίο να διασφαλίζει και να προωθεί υγιεινές επιλογές διατροφής.

"Πιστεύουμε ότι η βιομηχανία είναι ένα σημαντικό τμήμα της λύσης του προβλήματος της παχυσαρκίας, γιατί, κατά κάποιον τρόπο, είναι και η αιτία του προβλήματος" λέει ο Jim Murray, διευθυντής της BEUC, προσθέτοντας: "Μας απασχολεί, σοβαρά, ο τρόπος, που ορισμένα φαγητά προωθούνται και διαφημίζονται, ειδικά αυτά, που περιέχουν υψηλά ποσοστά ζάχαρης, λιπαρών ή άλατος. Η προώθηση ή η διαφήμιση μερικών τροφίμων ασκούν πίεση, πάνω στα παιδιά και στους γονείς, η οποία πρέπει να απαγορευτεί".

Η παχυσαρκία και η κακή διατροφή οφείλονται, σε πολλούς λόγους και απαιτούνται πολλά και διαφορετικά μέτρα, για να διορθωθεί η κατάσταση.

Πολλοί Ευρωπαίοι Καταναλωτές δυσκολεύονται να επιλέξουν μια υγιεινή διατροφή. Η επιλογή μπορεί να επηρεαστεί, από την πληροφόρηση, τη διαθεσιμότητα, τον τρόπο προώθησης των τροφίμων, την εκπαίδευση και τις τιμές. Συνδυασμένες ενέργειες, σε ένα ευρύ φάσμα και από πολλούς φορείς, ταυτόχρονα, είναι απαραίτητες, για να βοηθήσουν τους Καταναλωτές να κάνουν υγιεινές επιλογές. Δεν υπάρχει εύκολη λύση. Η συνεργασία μεταξύ όλων των φορέων είναι απαραίτητη.

Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας:
  • Σε πολλές χώρες της Ε.Ε., πάνω από το 50% του πληθυσμού είναι υπέρβαροι και το 20 με 30% των ενήλικων είναι εξαιρετικά παχύσαρκοι.
  • Σε μερικές χώρες, ένα στα πέντε παιδιά είναι παχύσαρκα.
  • Οι καρδιοαγγειακές παθήσεις είναι υπεύθυνες, για τους μισούς θανάτους, στην Ευρώπη και περίπου το 1/3 των περιπτώσεων αυτών σχετίζεται, με την κακή διατροφή.
  • Ο καρκίνος είναι υπεύθυνος, για το 20% των θανάτων, σε όλη την Ευρώπη. Καλύτερη διατροφή θα μείωνε, κατά 30-40%, τις περιπτώσεις του καρκίνου.
  • Αν η σημερινή τάση συνεχιστεί, το έτος 2020, οι χρόνιες ασθένειες, που συνδέονται με τη διατροφή, θα ευθύνονται, για 73% των θανάτων και θα αποτελούν το 60% του συνόλου των παθήσεων.
  • Το 10% του συνολικού προϋπολογισμού, για την υγεία, ξοδεύεται, για την καταπολέμηση της παχυσαρκίας. Οι κοινωνικοπολιτικές συνέπειες είναι ακόμη μεγαλύτερες και σοβαρότερες.

Μερικές ανησυχητικές τάσεις
  • Στην Αγγλία, η παχυσαρκία, στα παιδιά ηλικίας 2 έως 10 ετών, αυξήθηκε από 9,6% το 1995, σε 15,5%, το 2002.
  • Στην Ελλάδα, 11,4% των αγοριών ηλικίας 2 έως 6 ετών είναι υπέρβαρα και 6,9% είναι παχύσαρκα. Από τα κορίτσια της ίδιας ηλικίας 11,4% είναι υπέρβαρα και 4,9% παχύσαρκα.
  • Στην Γερμανία, το ποσοστό παχυσαρκίας των παιδιών, στις ηλικίες 5 έως 7 ετών έχει διπλασιαστεί, την τελευταία 15ετία. Ένα στα πέντε παιδιά είναι είτε παχύσαρκο, είτε υπέρβαρο.
  • Στην Ισπανία, πάνω από 26% των παιδιών αντιμετωπίζουν πρόβλημα, με το βάρος τους. Αυτό το ποσοστό έχει διπλασιαστεί, την τελευταία δεκαετία.
  • Στην Ουγγαρία, 15% των νέων ηλικίας 6 έως 18 ετών είναι παχύσαρκα και περίπου 20% υπέρβαρα.
  • Στη Γαλλία, 19% των παιδιών είναι είτε παχύσαρκα, είτε υπέρβαρα.
  • Στην Ιρλανδία, το ποσοστό των υπερβολικά παχύσαρκων δωδεκάχρονων αυξήθηκε, από 2% σε 6%, μεταξύ του 1990 και του 2000. Εκτιμάται ότι 15% με 20% των παιδιών, στην Ιρλανδία είναι υπέρβαρα.
  • Στην Ιρλανδία, το ποσοστό παχυσαρκίας στους άντρες, έχει αυξηθεί, από 11% σε 14%, από το 1998 έως στο 2002. Για τις γυναίκες, το ποσοστό αυξήθηκε, από 9% σε 12%, την ίδια χρονική περίοδο.
  • Στη Σλοβενία, στο σύνολο του πληθυσμού, 55% είναι υπέρβαροι και 15% παχύσαρκοι.


Οι πέντε απαιτήσεις μας
Η εκστρατεία της BEUC στοχεύει να καταστήσει ευκολότερο, για τους Καταναλωτές, να επιλέξουν μια υγιεινή διατροφή. Πρέπει, επίσης, να βοηθήσουμε, ώστε οι υγιεινές επιλογές να γίνουν πιο προσιτές, πιο οικονομικές και πιο ελκυστικές. Θέλουμε ένα περιβάλλον, το οποίο να καταστήσει τις υγιεινές επιλογές δυνατές.

Η BEUC και οι 38 Οργανώσεις Καταναλωτών-μέλη της BEUC, έχουμε 7 απαιτήσεις, για να γίνει αυτή η αλλαγή δυνατή. Χωρίς να παραγνωρίζουμε το σημαντικό ρόλο, που παίζει η σωματική άσκηση, στη μάχη, κατά της παχυσαρκίας, εμείς θα εμμείνουμε, στη διατροφική πλευρά του θέματος, όπου, τώρα πια, υπάρχει μια πιεστική ανάγκη, για δράση.

  • Απαίτηση 1η:
Η διατροφή πρέπει να λαμβάνεται, σοβαρά, υπόψη σε όλες τις πολιτικές της Ε.Ε.

Πολλές πολιτικές της Ε.Ε. έχουν σημαντικές επιπτώσεις, στη δυνατότητα, που έχει ο Καταναλωτής να επιλέξει την υγιεινή διατροφή. Η πολιτική, στο συγκεκριμένο τομέα, ασκείται, από τη Γενική Διεύθυνση για την Υγεία και την Προστασία των Καταναλωτών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Όμως, υπάρχουν και πολλοί τομείς πολιτικής, οι οποίοι επηρεάζουν, τις αποφάσεις των Καταναλωτών, για τη διατροφή και την υγεία τους.

Οι τομείς αυτοί είναι η γεωργία, και η παιδεία. Η υγιεινή διατροφή πρέπει να ληφθεί υπόψη, στη χάραξη της Kοινής Aγροτικής Πολιτικής. Οποιαδήποτε δημόσια υποστήριξη ή επιχορήγηση πρέπει να βασίζεται και να στοχεύει, στην προστασία της υγείας και όχι, απλώς, να αποτελεί μέσο υποστήριξης της παραγωγής ή μέσο μείωσης των πλεονασμάτων.

Η ΒEUC υποστηρίζει την πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να καθιερώσει δίαυλο επικοινωνίας και διαλόγου, για αυτό το θέμα, με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, όπως Αρχές, Επιτροπές, τόσο σε Ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και σε επίπεδο κρατών-μελών. Οι συμμετέχοντες θα μοιραστούν την εμπειρία τους και θα δεσμευτούν, για συγκεκριμένες ενέργειες.
 
  • Απαίτηση 2η:
Οι Καταναλωτές πρέπει να έχουν καλή πληροφόρηση, για το τι συνιστά την υγιεινή διατροφή.

Έρευνα, από τα μέλη της BEUC, δείχνει ότι οι Καταναλωτές δε γνωρίζουν ποιο είδος διατροφής μπορεί να είναι υγιεινό. 9 στους 10 Καταναλωτές θεωρούν ότι ξέρουν ποια είναι υγιεινά τρόφιμα. Στην πραγματικότητα, ελάχιστοι γνωρίζουν ποιες ποσότητες λιπαρών, σακχάρων και άλατος πρέπει να καταναλώνουν, σε καθημερινή βάση, ώστε να προφυλάσσουν την υγεία τους.

Χρειαζόμαστε κατανοητά, σαφή μηνύματα, για το τι αποτελεί υγιεινή διατροφή και αυτή η πληροφορία πρέπει να κοινοποιηθεί στους Καταναλωτές. Η παροχή, όμως, της γνώσης και των πληροφοριών δεν είναι από μόνη της αρκετή. Μέτρα πρέπει να ληφθούν, για να παρακινήσουν τους Καταναλωτές να κάνουν επιλογές υγιεινών τροφίμων.
 
  • Απαίτηση 3η:
Η αναγραφή του πίνακα των διατροφικών στοιχείων, πάνω στη συσκευασία των τροφίμων, πρέπει να γίνει υποχρεωτική και ευδιάκριτη.

Στα πλαίσια της σημερινής νομοθεσίας, η αναγραφή των διατροφικών στοιχείων δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει, στη συσκευασία των τροφίμων. Πολλές βιομηχανίες αναγράφουν τα διατροφικά στοιχεία, γιατί η αναγραφή αποτελεί εθελοντική τους επιλογή.

Προβλήματα, που αντιμετωπίζουν οι Καταναλωτές

  • Καμία πληροφορία δεν παρέχεται, για τα διατροφικά στοιχεία.
  • Η επισήμανση των διατροφικών στοιχείων δεν είναι αρκετά λεπτομερής, δηλαδή καμία πληροφορία δεν παρέχεται για τα κορεσμένα λίπη, τα λιπαρά οξέα, τα σάκχαρα, τις ίνες και το νάτριο (το άλας).
  • Στις ετικέτες, χρησιμοποιείται επιστημονική ορολογία, π.χ. αναγράφεται η λέξη νάτριο και όχι αλάτι.
  • Οι πληροφορίες, που αναγράφονται, όταν, φυσικά αναγράφονται, είναι δύσκολο να διαβαστούν. Είμαστε υποχρεωμένοι να βάλουμε τα γυαλιά μας, για να διαβάσουμε τους διατροφικούς πίνακες.
  • Οι Καταναλωτές, γενικά, δεν καταλαβαίνουν εάν οι αριθμοί, που αναγράφονται είναι υψηλοί ή χαμηλοί.

Σε πολλές συσκευασίες, αναγράφονται μόνον, τα βασικά τέσσερα διατροφικά στοιχεία (ενέργεια, πρωτεΐνες, υδατάνθρακες και λιπαρά), ενώ θα έπρεπε να αναγράφονται και τα οκτώ (τα βασικά τέσσερα και τα κεκορεσμένα λιπαρά, τα σάκχαρα, οι ίνες και το νάτριο).

Οι Καταναλωτές απαιτούμε:

  • Υποχρεωτική αναγραφή του πίνακα διατροφικών στοιχείων, σε όλα τα τρόφιμα, που έχουν υποστεί οποιαδήποτε επεξεργασία.
  • Υποχρεωτική σήμανση των οχτώ στοιχείων.
  • Σωστή σήμανση των trans λιπαρών οξέων και καθορισμό ανώτερου επιτρεπτού ορίου.
  • Απλουστευμένη σήμανση, για να μπορούν οι Καταναλωτές να κατανοούν τη θρεπτική αξία ενός προϊόντος και να μπορούν, εύκολα, να το συγκρίνουν, με άλλα ομοειδή.
  • Κατώτατο μέγεθος γραμμάτων, που θα χρησιμοποιείται, στον πίνακα των διατροφικών στοιχείων.
  • Οι βιταμίνες και τα μεταλλικά στοιχεία πρέπει να αναγράφονται, στον πίνακα διατροφικών στοιχείων.

  • Απαίτηση 4η:
Κάποια προϊόντα δεν πρέπει να προωθούνται, ως υγιεινά.
"Διευκολύνει την κίνηση", "Κάνει καλό στα οστά", "Ενδυναμώνει την αντίσταση του οργανισμού". Αυτοί οι ισχυρισμοί αναγράφονται, όλο και πιο συχνά, στις συσκευασίες των τροφίμων και επηρεάζουν τις αγορές μας. Με δεδομένο ότι τα ποσοστά παχυσαρκίας αυξάνονται, στην Ευρώπη και κυρίως, στα παιδιά, οι Καταναλωτές δεν μπορούμε να ανεχτούμε την παραπέρα παραπλάνησή μας. Ακόμη περισσότερο, δεν ανεχόμαστε την παραπλάνηση των ανήλικων Καταναλωτών και των γονέων τους, από διφορούμενες σημάνσεις.

Πάρα πολλοί ισχυρισμοί υγείας, στα τρόφιμα είναι αμφισβητήσιμοι, χωρίς νόημα, ασαφείς, διφορούμενοι, επιθετικοί ή ψευδο-επιστημονικοί. Παρόλα αυτά, επηρεάζουν τις αποφάσεις των Καταναλωτών, όσον αφορά τη διατροφή. Οι ισχυρισμοί δημιουργούν σύγχυση, στους Καταναλωτές, η οποία επιδεινώνεται, από την έλλειψη συγκεκριμένης νομοθεσίας της Ε.Ε. και ενός συστήματος προγενέστερης έγκρισης αυτών των ισχυρισμών. Όμως, η έρευνά μας δείχνει ότι οι Καταναλωτές επηρεάζονται, γιατί πιστεύουν ότι οι ισχυρισμοί αποτελούν ένα γρήγορο και εύκολο τρόπο, για να προσδιοριστούν οι καλύτερες επιλογές. Η έρευνα, που πραγματοποιήθηκε, το 2004, στη Γαλλία δείχνει ότι το 50% των γάλλων Καταναλωτών αγοράζουν τρόφιμα, βασιζόμενοι στους ισχυρισμούς. Η έρευνα του ΚΕ.Π.ΚΑ. έδειξε ότι 85% των Καταναλωτών αγοράζει ένα προϊόν, παρακινούμενο, από τους ισχυρισμούς.

Οι Ενώσεις Καταναλωτών υποστηρίζουν την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία προβλέπει ότι δεν θα επιτρέπεται η αναγραφή τους, εάν δεν αποδεικνύονται, επιστημονικά και δεν εγκρίνονται, από την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων (σελ. 14-15).


Δυστυχώς, το Ευρωκοινοβούλιο, στις 26 Μαΐου 2005, καταψήφισε την παραπάνω πρόταση της Επιτροπής. Το Συμβούλιο Υπουργών, όμως, απέρριψε την ψηφοφορία του Ευρωκοινοβουλίου και ζήτησε να προχωρήσει, σε δεύτερη ανάγνωση και ψηφοφορία. Το ΚΕ.Π.ΚΑ. απέστειλε, σε όλους τους Έλληνες Ευρωβουλευτές, επιστολή, με τις απαιτήσεις των Καταναλωτών. Γνωρίζουμε ότι η επίσημη θέση της Ελληνικής Πολιτείας, όπως εκφράστηκε από τον Πρόεδρο του Ε.Φ.Ε.Τ., κ. Ιωάννη Βλέμμα, είναι σύμφωνη, με τις απαιτήσεις των Καταναλωτών. Γνωρίζουμε, όμως, ότι κάποιοι Έλληνες Ευρωβουλευτές καταψήφισαν την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Γνωρίζουμε τα ονόματά τους. Θα παρακολουθήσουμε τη στάση τους, στη δεύτερη ψηφοφορία και, αν επιλέξουν να στηρίξουν τη Βιομηχανία Τροφίμων, σε βάρος της υγείας των Καταναλωτών, θα αποκαλύψουμε τα ονόματά τους, στον Ελληνικό Λαό.

Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχει, ως εξής:

ΧΑΜΗΛΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΞΙΑ
Ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο έχει χαμηλή ενεργειακή αξία καθώς και κάθε ισχυρισμός, που έχει το ίδιο νόημα, για τον Καταναλωτή, μπορεί να γίνει, μόνο όταν το προϊόν περιέχει λιγότερες από 40 kcal (170 kJ)/100g και λιγότερες από 20kcal (80kJ)/100ml.

ΜΕΙΩΜΕΝΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΞΙΑ
Ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο είναι μειωμένης ενεργειακής αξίας καθώς και κάθε ισχυρισμός, που έχει το ίδιο νόημα, για τον Καταναλωτή, μπορεί να γίνει, μόνο όταν η ενεργειακή αξία έχει μειωθεί, κατά τουλάχιστον 30%, με ένδειξη των χαρακτηριστικών, που μειώνουν τη συνολική ενεργειακή αξία του τροφίμου.

ΧΩΡΙΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΞΙΑ
Ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο δεν έχει ενεργειακή αξία καθώς και κάθε ισχυρισμός, που έχει το ίδιο νόημα, για τον Καταναλωτή, μπορεί να γίνει, μόνο όταν το προϊόν περιέχει λιγότερες από 4kcal (17kJ)/100ml.

ΧΑΜΗΛΑ ΛΙΠΑΡΑ
Ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο έχει χαμηλή περιεκτικότητα, σε λιπαρά καθώς και κάθε ισχυρισμός, που έχει το ίδιο νόημα, για τον Καταναλωτή, μπορεί να γίνει, μόνο όταν το προϊόν περιέχει λιγότερα από 3g λιπαρών ανά 100g ή 1,5g λιπαρών ανά 100ml.

ΧΩΡΙΣ ΛΙΠΑΡΑ
Ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο δεν περιέχει λιπαρές ουσίες, καθώς και κάθε ισχυρισμός, που έχει το ίδιο νόημα, για τον Καταναλωτή, μπορεί να γίνει, μόνο όταν το προϊόν περιέχει λιγότερα από 0,5g λιπαρών ανά 100g ή 100ml. Ωστόσο, ισχυρισμοί που εκφράζονται ως "X% χωρίς λιπαρά" απαγορεύονται.

ΧΑΜΗΛΑ ΚΟΡΕΣΜΕΝΑ ΛΙΠΑΡΑ
Ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο περιέχει χαμηλά κορεσμένα λιπαρά καθώς και κάθε ισχυρισμός, που έχει το ίδιο νόημα, για τον Καταναλωτή, μπορεί να γίνει, μόνο όταν το προϊόν περιέχει λιγότερα από 1,5g κορεσμένων λιπαρών ανά 100g, για στερεά ή 0,75g κορεσμένων ανά 100ml, για υγρά. Σε κάθε περίπτωση, τα κορεσμένα λιπαρά δεν πρέπει να υπερβαίνουν το 10% σε ενεργειακή αξία.

ΧΩΡΙΣ ΚΟΡΕΣΜΕΝΑ ΛΙΠΑΡΑ
Ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο δεν περιέχει κορεσμένα λιπαρά καθώς και κάθε ισχυρισμός, που έχει το ίδιο νόημα, για τον Καταναλωτή, μπορεί να γίνει, μόνο όταν το προϊόν περιέχει λιγότερα από 0,1g κορεσμένων ανά 100g ή 100ml.

ΧΑΜΗΛΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΕ ΣΑΚΧΑΡΑ
Ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο έχει χαμηλή περιεκτικότητα, σε σάκχαρα καθώς και κάθε ισχυρισμός, που έχει το ίδιο νόημα, για τον Καταναλωτή, μπορεί να γίνει, μόνο όταν το προϊόν περιέχει λιγότερα από 5g σακχάρων ανά 100g ή 100ml.

ΧΩΡΙΣ ΣΑΚΧΑΡΑ
Ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο είναι χωρίς σάκχαρα καθώς και κάθε ισχυρισμός, που έχει το ίδιο νόημα, για τον Καταναλωτή, μπορεί να γίνει, μόνο όταν το προϊόν περιέχει λιγότερα από 0,5g σακχάρων ανά 100g ή 100ml.

ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΘΕΤΑ ΣΑΚΧΑΡΑ
Ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο δεν περιέχει πρόσθετα σάκχαρα καθώς και κάθε ισχυρισμός, που έχει το ίδιο νόημα, για τον Καταναλωτή, μπορεί να γίνει, μόνο όταν το προϊόν δεν περιέχει πρόσθετους μονοσακχαρίτες και δισακχαρίτες ή άλλο τρόφιμο, που χρησιμοποιείται, για τις γλυκαντικές του ιδιότητες.

ΧΑΜΗΛΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΕ ΝΑΤΡΙΟ/ ΑΛΑΤΑ
Ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο έχει χαμηλή περιεκτικότητα, σε νάτριο καθώς και κάθε ισχυρισμός, που έχει το ίδιο νόημα, για τον Καταναλωτή, μπορεί να γίνει, μόνο όταν το προϊόν περιέχει λιγότερα από 0,12g νατρίου, ή ισοδύναμης αξίας αλάτων, ανά 100g ή ανά 100ml.

ΠΟΛΥ ΧΑΜΗΛΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΕ ΝΑΤΡΙΟ/ ΑΛΑΤΑ
Ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο έχει πολύ χαμηλή περιεκτικότητα, σε νάτριο καθώς και κάθε ισχυρισμός, που έχει το ίδιο νόημα, για τον Καταναλωτή, μπορεί να γίνει, μόνο όταν το προϊόν περιέχει λιγότερα από 0,04g νατρίου, ή ισοδύναμης αξίας αλάτων, ανά 100g ή ανά 100 ml.

ΧΩΡΙΣ ΝΑΤΡΙΟ Ή ΑΛΑΤΑ
Ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο δεν περιέχει νάτριο καθώς και κάθε ισχυρισμός, που έχει το ίδιο νόημα, για τον Καταναλωτή, μπορεί να γίνει, μόνο όταν το προϊόν περιέχει λιγότερα από 0,005g νάτριου, ή ισοδύναμης αξίας αλάτων, ανά 100g.

ΠΗΓΗ ΙΝΩΝ
Ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο αποτελεί πηγή ινών καθώς και κάθε ισχυρισμός, που έχει το ίδιο νόημα, για τον Καταναλωτή, μπορεί να γίνει, μόνο όταν το προϊόν περιέχει τουλάχιστον 3g ινών ανά 100g ή τουλάχιστον 1,5g ινών ανά 100kcal.

ΥΨΗΛΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΙΝΩΝ
Ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο έχει υψηλή περιεκτικότητα ινών καθώς και κάθε ισχυρισμός, που έχει το ίδιο νόημα, για τον Καταναλωτή, μπορεί να γίνει, μόνο όταν το προϊόν περιέχει τουλάχιστον 6g ινών ανά 100g ή τουλάχιστον 3g ινών ανά 100kcal.

ΠΗΓΗ ΠΡΩΤΕΪΝΩΝ
Ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο αποτελεί πηγή πρωτεϊνών καθώς και κάθε ισχυρισμός, που έχει το ίδιο νόημα, για τον Καταναλωτή, μπορεί να γίνει, μόνο όταν τουλάχιστον το 12% της ενεργειακής αξίας του τροφίμου παρέχεται, από πρωτεΐνη.

ΥΨΗΛΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΕΪΝΩΝ
Ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο έχει υψηλή περιεκτικότητα πρωτεϊνών καθώς και κάθε ισχυρισμός, που έχει το ίδιο νόημα, για τον Καταναλωτή, μπορεί να γίνει, μόνο όταν τουλάχιστον το 20% της ενεργειακής αξίας του τροφίμου παρέχεται, από πρωτεΐνη.

ΦΥΣΙΚΗ ΠΗΓΗ ΒΙΤΑΜΙΝΩΝ Ή/ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΛΩΝ
Ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο αποτελεί φυσική πηγή βιταμινών ή/ και μετάλλων καθώς και κάθε ισχυρισμός, που έχει το ίδιο νόημα, για τον Καταναλωτή, μπορεί να γίνει, μόνο όταν το προϊόν περιέχει τουλάχιστον 15% της συνιστώμενης ημερήσιας δόσης, που ορίζεται στο παράρτημα της οδηγίας του Συμβουλίου 90/496/ΕΟΚ ανά 100g ή 100ml.

ΕΜΠΛΟΥΤΙΣΜΕΝΟ Ή ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΟ ΜΕ ΒΙΤΑΜΙΝΕΣ Ή/ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΛΑ
Ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο είναι εμπλουτισμένο ή ενισχυμένο, με βιταμίνες ή/ και μέταλλα καθώς και κάθε ισχυρισμός, που έχει το ίδιο νόημα, για τον Καταναλωτή, μπορεί να γίνει, μόνο όταν το προϊόν περιέχει βιταμίνες ή/ και μέταλλα τουλάχιστον σε μια σημαντική ποσότητα, όπως ορίζεται στο παράρτημα της οδηγίας 90/496/ΕΟΚ.

ΥΨΗΛΗ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΕ ΒΙΤΑΜΙΝΕΣ Ή/ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΛΑ
Ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο έχει υψηλή περιεκτικότητα σε βιταμίνες ή/ και μέταλλα καθώς και κάθε ισχυρισμός, που έχει το ίδιο νόημα, για τον Καταναλωτή, μπορεί να γίνει, μόνο όταν το προϊόν περιέχει τουλάχιστον τη διπλή αξία "πηγής βιταμινών και μετάλλων", όπως αυτή αναφέρεται, παραπάνω (Φυσική Πηγή Βιταμινών ή και Μετάλλων).

LIGHT
Ο ισχυρισμός ότι ένα προϊόν είναι "light" ή "lite" (λάιτ) και κάθε ισχυρισμός, που έχει το ίδιο νόημα, για τον Καταναλωτή, πρέπει να πληροί τις ίδιες προϋποθέσεις, με αυτές, που καθορίζονται, για τον όρο "μειωμένο". Ο ισχυρισμός πρέπει, επίσης, να συνοδεύεται, από ένδειξη των χαρακτηριστικών, που καθιστούν το προϊόν "light" ή "lite".

Ημερήσια συνιστώμενη δόση βιταμινών και μετάλλων

  1. Βιταμίνη A: 800 mg
  2. Βιταμίνη D: 5 mg
  3. Βιταμίνη E: 10 mg
  4. Βιταμίνη C : 60 mg
  5. Βιταμίνη B6: 2 mg
  6. Βιταμίνη B12: 1 mg
  7. Θειαμίνη: 1,4 mg
  8. Ριβοφλαβίνη: 1,6 mg
  9. Νιασίνη: 1,6 mg
  10. Φολικό Οξύ: 200 mg
  11. Βιοτίνη: 0,15 mg
  12. Παντοθενικό Οξύ: 6 mg
  13. Ασβέστιο: 800 mg
  14. Σίδηρος: 14 mg
  15. Μαγνήσιο: 300 mg
  16. Ψευδάργυρος: 15 mg
  17. Ιώδιο: 150 mg

  • Απαίτηση 5η:
Όλοι οι Καταναλωτές πρέπει να έχουν πρόσβαση, σε υγιεινά τρόφιμα, σε προσιτές τιμές.

Η έλλειψη χρημάτων, οι ανεπαρκείς εγκαταστάσεις αγορών και η απουσία υποδομών, στις μεταφορές, πολλές φορές, στερούν, από τους ανθρώπους την πρόσβαση, στα υγιεινά τρόφιμα. Οι φτωχοί έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να γίνουν παχύσαρκοι, επειδή, η διατροφή τους περιλαμβάνει, συχνά, φτηνά, πλούσια, σε ενέργεια τρόφιμα και όχι επαρκείς ποσότητες φρούτων και λαχανικών. Τα τρόφιμα, που περιέχουν πολλά λίπη, όπως τα λουκάνικα είναι ιδιαίτερα φτηνά. Τα υγιεινά τρόφιμα, που είναι, παράλληλα, χαμηλά, σε θερμίδες, περιλαμβάνονται, στις πιο ακριβές ομάδες τροφίμων.

Σύμφωνα με μια έρευνα, στη Μεγάλη Βρετανία, το Νοέμβριο του 2004, οι υγιεινές εκδοχές τροφίμων, που πουλιόνταν, στις βρετανικές υπεραγορές, ήταν ακριβότερες, από την κοινή εκδοχή. "Πληρώνουμε περισσότερο, για να έχουμε λιγότερα λιπαρά, ζάχαρη και αλάτι."

Στη Γαλλία, η μέση τιμή, για ένα σχολικό γεύμα είναι 1,7 ευρώ, ανά παιδί. Η τιμή αυτή δε διασφαλίζει, την καλή ποιότητα των τροφίμων. Η τιμή δεν πρέπει, ποτέ, να αποτελεί εμπόδιο, για την υγιεινή διατροφή.

Σχέδια πρέπει να αναπτυχθούν, για να βελτιώσουν τη διαθεσιμότητα και την πρόσβαση, στα υγιεινά προϊόντα, για όλους τους Καταναλωτές. Ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να δοθεί, στις ευπαθείς ομάδες, λόγω χαμηλού εισοδήματος.

Απαιτούμε ποιοτικά, τρόφιμα, σε προσιτές τιμές και προσβάσιμα σε όλους, σε οποιοδήποτε μέρος κατοικούν, οποιοσδήποτε εισόδημα διαθέτουν, οποιαδήποτε ηλικία έχουν (πλούσιοι, φτωχοί, ενήλικες, παιδιά, άτομα με ειδικές ανάγκες, ηλικιωμένοι).

Οι ακόλουθες ενέργειες μπορούν να βοηθήσουν, για την επίτευξη αυτού του στόχου.

  • Παροχή μόνον υγιεινών γευμάτων, στα σχολεία.
  • Δέσμευση της βιομηχανίας τροφίμων, που προμηθεύει γεύματα, στα σχολεία και στα νοσοκομεία, ότι τα τρόφιμα αυτά είναι υγιεινά.
  • Παροχή μόνον υγιεινών τροφίμων, από τις αυτόματες μηχανές πώλησης, στα σχολεία και στα νοσοκομεία.
  • Έλεγχο των χορηγιών, στα σχολεία, για να εξασφαλιστεί ότι δε συνδέονται, με την προώθηση των πρόχειρων φαγητών ή των τροφίμων, που δεν πρέπει να καταναλώνονται, συχνά.
  • Διασφάλιση της πρόσβασης, σε φρέσκα φρούτα και λαχανικά, στους ανθρώπους, που ζουν, σε απομακρυσμένες περιοχές.
  • Εκπαίδευση των Καταναλωτών, ώστε να κάνουν επιλογή υγιεινών τροφίμων, σε προσιτές τιμές.

  • Απαίτηση 6η:
Οι κατασκευαστές, οι λιανοπωλητές και οι προμηθευτές πρέπει να μειώσουν τη ζάχαρη, τα λιπαρά και το αλάτι, στα φαγητά τους.

Οι συγκριτικές έρευνες, που πραγματοποιούνται, από τα μέλη της BEUC, έχουν αποδείξει τεράστιες διαφοροποιήσεις, στα συστατικά προϊόντων, τα οποία, αρχικά, μοιάζουν όμοια. Μερικά τρόφιμα "κρύβουν" τις τεράστιες ποσότητες σακχάρων, άλατος και λιπαρών. Κάποια προϊόντα, που στοχεύουν, στα παιδιά, μπορεί να περιέχουν ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά σακχάρων, άλατος ή λιπαρών, σε σύγκριση, με άλλα ομοειδή τρόφιμα.

Είναι σημαντικό ότι ένα κομμάτι της βιομηχανίας τροφίμων έχει αναλάβει πρωτοβουλίες, ώστε να μειωθούν τα επίπεδα λιπαρών, σακχάρων και άλατος στα τρόφιμα, όσο το δυνατόν περισσότερο. Για πολλά τρόφιμα, πρέπει να αλλάξει η συνταγή, έτσι ώστε η υγεία των Καταναλωτών να προστατεύεται και, ταυτόχρονα, να καλλιεργούνται σωστά καταναλωτικά πρότυπα, στα παιδιά μας.
 
  • Απαίτηση 7η:
Η προώθηση, σε παιδιά, τροφίμων, που περιέχουν πολλά λιπαρά, ζάχαρη και αλάτι πρέπει να απαγορευτεί. Έρευνα, από τα μέλη της BEUC, δείχνει ότι οι γονείς ανησυχούν, ολοένα και περισσότερο, για τον τρόπο, που τα τρόφιμα προωθούνται, στα παιδιά.

Η Test Achats, Ένωση Καταναλωτών, στο Βέλγιο, σε μια μελέτη, που πραγματοποιήθηκε, το Φεβρουάριο 2005, κατέδειξε ότι τα παιδιά επηρεάζονται, ιδιαίτερα, από τη συχνότητα και το περιεχόμενο των διαφημίσεων. Παιδιά ηλικίας 5 έως 15 ετών, τα οποία παρακολουθούν, πολλές ώρες, τηλεόραση, παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά παχυσαρκίας, από ότι τα παιδιά, που παρακολουθούν λιγότερο τηλεόραση. Τα τρόφιμα είναι ένας από τους κύριους παράγοντες, που συνδέουν την τηλεόραση, με την παχυσαρκία. Οι νεαροί τηλεθεατές τρώνε, συχνότερα και καταναλώνουν περισσότερα γλυκά, ποτά, σνακς (πατατάκια) και σοκολάτες, αλλά λιγότερα φρούτα και λαχανικά. Ο χρόνος, που "ξοδεύεται", μπροστά, στην τηλεόραση, ενθαρρύνει αυτές τις κακές διατροφικές συνήθειες.

Έρευνα, για την προώθηση τροφίμων, σε παιδιά, το 2004, στη Μεγάλη Βρετανία, κατέληξε ότι:

  • Οι τρόποι προώθησης τροφίμων επηρεάζουν τις διατροφικές συνήθειες των παιδιών.
  • Τα τρόφιμα, που διαφημίζονται, είναι συχνά λιγότερο υγιεινά, από τα υπόλοιπα.
  • Τα παιδιά απολαμβάνουν τις διαφημίσεις τροφίμων και επηρεάζονται, από αυτές, σε μεγάλο βαθμό.

Περιορισμοί, στις παιδικές διαφημίσεις, έχουν επιβληθεί, σε διάφορες χώρες, για αρκετά χρόνια, ειδικότερα, στη Σουηδία, στη Νορβηγία και στην Ελλάδα. Άλλες χώρες είτε έχουν εισαγάγει, πρόσφατα, αυστηρότερα μέτρα, για τον έλεγχο των παιδικών διαφημίσεων τροφίμων ή εξετάζουν περαιτέρω περιορισμούς. Αυτές οι χώρες είναι: Γαλλία, Ιρλανδία και Ηνωμένο Βασίλειο.



Καταναλωτικά Βήματα - Τεύχος Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 2005
Τελευταία ανανέωση ( 16.04.08 )