Η κατάσταση του περιβάλλοντος στην Ελλάδα με αφορμή την 5η Ιουνίου
07.03.08

na_001.jpgΗ 5η Ιουνίου δίνει κάθε χρόνο την αφορμή για απολογισμούς στον τομέα του περιβάλλοντος. Αντί όμως για υποκριτικές ωραιοποιήσεις ή ισοπεδωτικές καταστροφολογίες πιο χρήσιμη είναι μια ψύχραιμη στάση.

Κι αυτό γιατί η φύση στάθηκε απλόχερη στην Ελλάδα. Ευρισκόμενη στο τρίστρατο ανάμεσα στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική, συνδυάζει, με τρόπο μοναδικό, στοιχεία από τις τρεις ηπείρους.

Από τα έλατα των ψηλών βουνών της Πίνδου, μέχρι τους φοίνικες της Κρήτης, έξη χιλιάδες είδη φυτών επιβίωσαν στη χώρα μας μέσα από το πέρασμα των αιώνων. Και πολλά από τα σπάνια είδη φυτών ή τα σπάνια, ενδημικά είδη ζώων βρίσκουν καταφύγιο στα αμέτρητα νησιά της χώρας, που μαζί με τις μοναδικές στεριανές ακτές συμπληρώνουν μια ακτογραμμή μήκους 16.000 χιλιομέτρων. Πρόκειται για έναν αναντικατάστατο πλούτο, που -δυστυχώς- τις τελευταίες δεκαετίες έχει αρχίσει να μειώνεται, να καταστρέφεται, να πέφτει θύμα στο βωμό μιας αλόγιστης ανάπτυξης.

Αστικό και βιομηχανικό περιβάλλον

Η έντονη αστυφιλία, που κυριάρχησε στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, διόγκωσε τα μεγάλα αστικά κέντρα και ιδιαίτερα την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.

Η πολεοδομική υποβάθμιση και η ατμοσφαιρική ρύπανση, η καταστροφή των ελεύθερων χώρων και του πρασίνου μέσα και έξω από τις πόλεις, η παραγωγή και η -συχνά ανεξέλεγκτη- εναπόθεση στερεών και υγρών αποβλήτων, η διαχείριση των αστικών απορριμμάτων, η αυθαίρετη δόμηση, η κυριαρχία του Ι.Χ. αυτοκινήτου και το κυκλοφοριακό αδιέξοδο είναι προβλήματα πια τόσο μεγάλα, που δεν επιδέχονται άμεσες και εύκολες λύσεις.

Η επέκταση των οικισμών, συχνά με αυθαίρετο τρόπο -ιδιαίτερα στις παραθεριστικές και δασικές περιοχές- συνδυάζεται με τις αυξημένες δασικές πυρκαγιές, τις αυθαίρετες καταπατήσεις και τη ρύπανση. Ήδη το 60% του ελληνικού πληθυσμού, το 90% του τουρισμού και το 70% της βιομηχανίας φιλοξενείται στις παράκτιες ζώνες, επιβαρύνοντας το περιβάλλον.

Σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ελλάδα έχει άσχημες επιδόσεις, ιδιαίτερα στην ποιότητα του αστικού και του βιομηχανικού περιβάλλοντος και πρωτοπορεί στην παραγωγή αερίων, που επιδεινώνουν το παγκόσμιο κλίμα. Η Ελλάδα είναι πρώτη σε κατά κεφαλή παραγωγή τσιμέντου, αλλά τελευταία στην εξοικονόμηση ενέργειας, εκπέμπει το περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα ανά παραγόμενη κιλοβατώρα και είναι τελευταία στην ανάπτυξη των σιδηροδρομικών μεταφορών. Η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη έχουν το μικρότερο ποσοστό πρασίνου, ενώ είναι γνωστή η επιβάρυνση της ατμόσφαιρας με το φωτοχημικό νέφος.

Γεωργία και φύση

Η γεωργία γίνεται ολοένα πιο εντατική και χημικοσυντηρούμενη. Η κατανάλωση χημικών λιπασμάτων αυξάνεται κάθε χρόνο κατά 2% ενώ αυτή των χημικών φυτοφαρμάκων κατά 3-4%. Η ελληνική γεωργία είναι η πιο σπάταλη σε νερό ενώ βρίσκεται στην τελευταία θέση της Ε.Ε. όσον αφορά τις βιοκαλλιέργειες. Αποτελούν μόλις το 0,8% του συνόλου των καλλιεργειών, τη στιγμή, που στην Αυστρία και στη Δανία φτάνουν το 10% και στη Γερμανία ο στόχος είναι το 20%. Υπάρχουν, ακόμη, αξιοσημείωτα φαινόμενα ερημοποίησης, όχι όμως τόσα όσα στην Ιαπωνία και την Πορτογαλία.

Η κατάσταση στην άγρια φύση της Ελλάδας είναι καλύτερη από άλλες χώρες της Ε.Ε., αλλά υπάρχουν τάσεις επιδείνωσης. Δρόμοι ανοίγονται παντού, τα οικοσυστήματα τεμαχίζονται και παρθένες εκτάσεις "αξιοποιούνται".

Στην Ελλάδα υπάρχουν 10 εθνικοί δρυμοί, πλούσιοι, αλλά αφημένοι στην τύχη τους. Προβλήματα αντιμετωπίζουν και οι περίπου 400 καταγραμμένοι υγρότοποι, με συνολικό εμβαδόν πάνω από δύο εκατομμύρια στρέμματα. Οι 11 από αυτούς προστατεύονται μάλιστα και από τη Διεθνή Συνθήκη Ramsar, ενώ 300 περίπου οικότοποι έχουν ενταχθεί στο ευρωπαϊκό δίκτυο προστασίας Natura 2000.

Στόχος της περιβαλλοντικής πολιτικής πρέπει να είναι: να οριοθετηθούν οι υγρότοποι επακριβώς, να διατηρηθούν σε έκταση και σε ποιότητα και να συνδυαστούν αρμονικά με τις ανθρώπινες δραστηριότητες, μια και χωρίς τους υγρότοπους δε νοείται νερό και συνεπώς γεωργία.

Στόχο πρέπει, επίσης, να αποτελεί ο περιορισμός των καταστροφικών μεθόδων κτηνοτροφίας και αλιείας.

Η θεσμική προστασία του περιβάλλοντος

Η πολιτική προστασίας από το Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. έχει μεταφερθεί, σε κάποιο βαθμό, στα 52 εκλεγμένα Νομαρχιακά Συμβούλια της χώρας. Σημαντικές αρμοδιότητες, όμως, έχουν και οι 16 διορισμένοι Περιφερειάρχες. Η επιτήρηση και ο έλεγχος γίνονται με έναν μη ικανοποιητικό τρόπο, γιατί δεν έχει αναπτυχθεί ένα πλήρες και αυστηρό σύστημα ελέγχου, ιδιαίτερα στις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις.

Η προστασία του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος κατοχυρώθηκε στην Ελλάδα από το Σύνταγμα του 1975, αλλά η προστασία αυτή, όπως και ο δικαστικός έλεγχος από το Συμβούλιο της Επικρατείας, μειώθηκε πρόσφατα, με την τροποποίηση των άρθρων 24, 94, 95 και 100 του Συντάγματος, παρά την αντίθεση όλων των οικολογικών και περιβαλλοντικών οργανώσεων.

Μετά την πλήρη ένταξη της Ελλάδας στην Ε.Ο.Κ. το 1981, πάντως, μια σειρά από ρυθμίσεις και σημαντικές οδηγίες για την προστασία του περιβάλλοντος ενσωματώθηκαν στην ελληνική νομοθεσία. Παράλληλα ο κάθε πολίτης, όταν πιστεύει ότι για οποιοδήποτε λόγο βλάπτεται το περιβάλλον, έχει δικαίωμα μέσω καταγγελιών -είτε ατομικά είτε συλλογικά- να προσφύγει στα ελληνικά ή και τα ευρωπαϊκά δικαστήρια. Κάποιες υποθέσεις έχουν φτάσει και στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Οι περισσότερες καταγγελίες αφορούν τη διαχείριση αστικών και βιομηχανικών αποβλήτων, την μη ύπαρξη ή την έλλειψη επαρκών μελετών για τις επιπτώσεις στο περιβάλλον ή την ανεπαρκή προστασία βιοτόπων. Την τελευταία πενταετία, όμως, οι υποθέσεις παραβιάσεων της κοινοτικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας έχουν μειωθεί στο 1/5. Αντίστοιχες καταγγελίες υποβάλλονται και στο νεότευκτο θεσμό του "Συνηγόρου του Πολίτη".

Οι προοπτικές

Η ρύπανση δε γνωρίζει σύνορα. Γι' αυτό και η Ελλάδα οφείλει να συνεργάζεται σε μεσογειακό και βαλκανικό επίπεδο σ' όλες τις προσπάθειες αντιμετώπισης της διασυνοριακής ρύπανσης -και ιδιαίτερα της πυρηνικής.

Είναι σαφές πια ότι το μέλλον δεν περιμένει. Και το περιβάλλον δεν μπορεί να υποτάσσεται στις στενά οικονομικές επιδιώξεις και στις αναπτυξιολάγνες νοοτροπίες. Ολοένα και περισσότεροι συνειδητοποιούν ότι χρειάζονται σημαντικές αλλαγές στους στόχους και τους σχεδιασμούς της παραγωγής, στα καταναλωτικά πρότυπα και στον τρόπο ζωής των ανθρώπων. Κατανοούν πια, ότι η προστασία του περιβάλλοντος αφορά και τη βιολογική τους υπόσταση, γιατί η υγεία της φύσης είναι και υγεία των ανθρώπων. Και εκεί ακριβώς συναντιούνται με την προβληματική της οικολογίας.
Καταναλωτικά Βήματα - Τεύχος Απριλίου - Μαϊου 2001
Τελευταία ανανέωση ( 06.08.10 )